Όσοι Θέλετε συγκεκριμένες προβλέψεις για τον εαυτό σας σε λογικές τιμές και αποστολή στο e-mail σας μπορείτε να έχετε περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Καρκαγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντώνης Καρκαγιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Καλό κατευόδιο, Αντώνη

Του Mανωλη Γλεζου

Η είδηση του θανάτου σου με βρήκε καθ’ οδόν προς τη Γυάρο. Προσκύνημα στον τόπο μαρτυρίου της πίστης των ανθρώπων. Σ’ ένα ταξίδι μνήμης και πώς να διασωθεί από τη διάβρωση της φύσης και της λήθης.

Παρ’ όλο που περίμενα αυτή την αδυσώπητη στιγμή, γιατί στην τελευταία μας συνάντηση, στις 21 Απριλίου 2010, όχι μόνο τα σήματα του θανάτου ήσαν φανερά στου προσώπου σου την ειδή και στης φωνής σου τη χροιά, αλλά μου το ’πες κιόλας: «Σβήνω, Μανώλη», έμεινα. Κεχηνώς και ενεός.

Το φοβερό το πέρασμα, από τα σύνορα της ζωής στην αζωία, αν και το έχω παρακολουθήσει σε όλες του τις μορφές, μ’ αφήνει άφωνο. Δεν φιλιώνω μαζί του.

Πρωτογνωριστήκαμε πριν από μισόν αιώνα, τον Ιούλιο του 1959, στις φυλακές Αβέρωφ, ως συγκατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση κατασκοπείας. Την είχαν σκηνοθετήσει οι διωκτικές αρχές για να κατηγορήσουν το λαϊκό κίνημα στο πρόσωπο της ΕΔΑ.

Στις 9 Ιουλίου άρχισε η δίκη μας και τελείωσε στις 22 του ίδιου μήνα το 1959. Καταδικαστήκαμε όλοι ως κατάσκοποι ή ως συνεργάτες κατασκόπων, για παράβαση του Ν. 375.

Δεν είχαμε καμιάν οργανωτική σχέση μεταξύ μας, όπως και με τους άλλους συγκατηγορουμένους. Ιδεολογικά, μόνον, ανήκαμε στον ίδιο χώρο. Ημαστε κομμουνιστές όλοι. Πολιτικά, επίσης, δεν ταυτιζόμασταν. Εσύ και όλοι οι άλλοι δουλεύατε στους μυστικούς μηχανισμούς. Αντίθετα, πίστευα και δούλευα στην ΕΔΑ. Παρά τις επιμέρους αντιθέσεις μας, γίναμε φίλοι. Εκτίμησα το οξύ πολιτικό σου κριτήριο και την πολυμάθειά σου στην ελληνική γραμματολογία.

Ξαναβρεθήκαμε μαζί, κρατούμενοι της Χούντας, από το 1967 ώς το 1971. (Για δες σύμπτωση: Η τελευταία μας συνάντηση ήταν 21 Απριλίου, εφέτος, κι η είδηση του θανάτου σου με βρήκε να πηγαίνω στη Γυάρο.) Στο στρατόπεδο της Λέρου βοήθησες με όλες σου τις δυνάμεις στον αγώνα για την αυτομόρφωση των συγκρατουμένων μας. Δάσκαλος στα μαθήματα Δημοτικού και Γυμνασίου. Συμμετοχή στις σχολές Δημοσιογραφίας, Γλωσσολογίας, Ξένων Γλωσσών, Γεωλογίας. Προς το τέλος μάλιστα έγινες και μάγειρας για την παρασκευή του συσσιτίου μας.

Οταν έγινε η διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, βρεθήκαμε στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ούτε με τους Δωδεκατικούς ούτε με τους οπαδούς του Κλιμακίου. Εμείς ανένταχτοι, ανεξάρτητοι.

Στις ατέλειωτες σκληρές συζητήσεις, όπου στο τέλος αυτό που ζύγιαζε ήταν το ήθος, απέδειξες με τη στάση σου, με το πείσμα της δικής σου προσμονής στην εξέλιξη των γεγονότων, ότι και η άλλη άποψη αναζητά το δίκιο της. Ας της δώσουμε την ευκαιρία να βλαστήσει, ν’ ανθίσει και, αν τα καταφέρει, ας καρπίσει.

Στο εργαστήρι, πάντοτε, της έρευνας, αναζητούσες την αλήθεια σε όλα τα κρησφύγετα του κατατρεγμού και του πόνου.

Στον δρόμο της ιχνηλασίας για το δίκιο, γεννιούνται οι ιχνηλάτες που αναζητούν τα φύτρα κάτω από τις πέτρες των λιθοβολιστών.

Οταν αποφυλακιστήκαμε, κατάφερες και βρήκες δουλειά ως διορθωτής σε λεξικά και βιβλία.

Επειδή δεν μπορούσα να πετύχω κάτι παρόμοιο, έπαιρνες παραπάνω δοκίμια κι έκανα τις διορθώσεις.

Στις δύσκολες ώρες, στην αγρύπνια της ανέχειας, ανασταίνεται και στεριώνει η φιλία.

Παιχνίδι των συμπτώσεων, ειρωνεία της Ιστορίας; Η τελευταία διάσταση απόψεών μας ήρθε στη δημοσιότητα. Καμιά άλλη προηγούμενη. Με ήλεγχες δημόσια. Πριν όμως δώσω στη δημοσιότητα την απάντησή μου, τηλεφωνηθήκαμε κι επέμενες να τη δημοσιεύσω.

Πάντοτε στο ίδιο χαράκωμα, στη μάχη της αλήθειας, στον αγώνα για το δίκαιο, βρεθήκαμε αντιμέτωποι σε ένα θέμα που δεν το θέλαμε κι οι δύο: Την όποια εκμετάλλευση της προσφοράς μας από οποιονδήποτε.

Ξαναδιαβάζω το δημόσιο γράμμα σου σ’ εμένα και σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου.

Καλό κατευόδιο, Αντώνη, στον αγώνα της μνημοσύνης.

Μανώλης, 14 Μαΐου 2010

Εν εγρηγόρσει, με αίσθηση της ιστορίας

Του Νικου Κ. Αλιβιζατου*

Αν κάτι ξεχώριζε τον λόγο και την γραφή του Αντώνη Καρκαγιάννη ως δημοσιογράφου και πνευματικού ανθρώπου, αυτό κατά τη γνώμη μου ήταν η διαρκής εγρήγορσή του: δεν επαναπαυόταν με τη γνώση που του είχαν χαρίσει οι εμπειρίες μιας ζωής πλούσιας σε δράση και συγκινήσεις, αλλά έψαχνε συνεχώς για το καινούργιο. Χωρίς αυτό –όπως νομίζω ότι μπορούν να μαρτυρήσουν όλοι όσοι τον γνώρισαν– η ζωή του λες και γινόταν βαρετή, λες κι έχανε το νόημά της.

Για να εκμαιεύσει το καινούργιο, ο Καρκαγιάννης παρίστανε πολύ συχνά τον αδαή ο οποίος, για να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει, ξεκινά από το άλφα. Και τούτο, θέτοντας τα «βασικά» ερωτήματα, που οι «φρόνιμοι» συνήθως τα αποφεύγουν. Γιατί π.χ. η Ελλάδα –σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία, που είχαν ζήσει ανάλογες εμπειρίες επί Κατοχής– οδηγήθηκε μετά την Απελευθέρωση στον Εμφύλιο; Για τη χαρακτηριστική άραγε ροπή μας προς τη βία, να φταίνε περισσότερο τα πρόσωπα, οι «ξένοι», η ιστορία, ή μήπως οι κοινωνικές δομές μιας χώρας που, για να θυμηθούμε μια γνωστή ρήση του Τσώρτσιλ, «παράγει περισσότερη ιστορία απ’ όση μπορεί να καταναλώσει;». Γιατί, μετά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, σε μιαν εγκλωβισμένη Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ ήταν εκείνο που διαχρονικά εξέφρασε συνεπέστερα το μεταρρυθμιστικό ρεύμα;

Ο Καρκαγιάννης είχε πράγματι μια μοναδική αίσθηση της ιστορίας και των ρυθμών της. Αν και ηλικιακά λίγο νεότερος, ανήκε στη γενιά της Εθνικής Αντίστασης και είχε το προνόμιο να διαλέγεται με ό,τι το καλύτερο έβγαλε η ελληνική Αριστερά από καταβολής της στον χώρο της διανόησης. Πρόκειται για τους τριαντάρηδες της δεκαετίας του 1950-60, οι οποίοι κατόρθωσαν, μέσω της ΕΔΑ, να φέρουν την Αριστερά στο προσκήνιο, λιγότερο από δέκα χρόνια μετά την ήττα της στον Εμφύλιο.

Το ερώτημα γιατί οι χαρισματικοί αυτοί άνθρωποι τελικά απέτυχαν ήταν φυσικό να τον παιδεύει περισσότερο από κάθε άλλο. Γιατί από την απάντηση που θα έδινε θα διάλεγε προφανώς ο ίδιος τον δρόμο που θα πορευόταν μετά τη Μεταπολίτευση. Δεν γνωρίζω ποιαν απάντηση έδωσε τελικά. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, έχοντας μια βαθιά γνώση όχι μόνο της ιστορίας, αλλά και της ανθρώπινης φύσης, ο Καρκαγιάννης της «Καθημερινής», έδωσε τα είκοσι τελευταία χρόνια τον αγώνα τον καλό για τη μεταρρύθμιση, με συνέπεια μοναδική και φαντασία, που θα τη ζήλευαν πολλοί νεότεροί του, όχι μόνο δημοσιογράφοι, μα και επαγγελματίες της πολιτικής.

Ενας πνευματικός άνθρωπος λοιπόν εν εγρηγόρσει, για μια πολύχρωμη κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, ανοιχτής στον έξω κόσμο, που ενθαρρύνει το ταλέντο και απορρίπτει κάθε ορθόδοξο γκρι.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Τα απόφωνα του Αντώνη

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ 1932 - 2010
Τα απόφωνα του Αντώνη

Του Σπ. Ι. Ασδραχα*

Τ' απόφωνα του Αντώνη με φέρνουν πολλά χρόνια πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν τυχαία μοιραστήκαμε το ίδιο τραπέζι στο πατάρι του Παλλαδίου: ένας λιγνός, καλλίγραμμος νέος με καλλιεργημένη φωνή, φοιτητής της Νομικής, καθώς μου είπε· θα πρέπει, ήταν στις σπιτικές μας συνήθειες, να μοιραστήκαμε και το κρασί. Ως το 1954 που περνάει στην παρανομία, αφού προηγουμένως είχε αθωωθεί σε μια δίκη στη Λάρισα και μετά τέσσερις ημέρες είχε αποφασιστεί η εκτόπισή του, είχαμε αραιές συναντήσεις που κράτησαν ώς το 1959, όταν συλλαμβάνεται και δικάζεται μαζί με άλλους στην πολύκροτη δίκη του Ιουλίου του ίδιου έτους για «εισφορά» σε κατασκοπεία και τιμωρείται σε ενδεκαετή κάθειρξη. Οταν εκτίει την ποινή του στη Λευκάδα, την πατρίδα μου, δεν μου επέτρεψαν να τον επισκεφθώ. Τον επισκέφθηκε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου με τη δικηγορική του ιδιότητα και ήρθε σε επαφή με τον ομότεχνό του πατέρα του. Στη φυλακή οι δεσμοφύλακές του τον είχαν σε συμπάθεια και τον χρησιμοποιούσαν στις πρωινές εξόδους για αγορά τροφίμων. Μετά τη Μεταπολίτευση η φιλία μας ανανεώθηκε: ήμουν μακριά από την ταλαιπωρημένη και δολιχοδρομούσα πατρώα μας γη, όταν αυτός πλήρωνε το τίμημά του στην απριλιανή δικτατορία, προβληματιζόμενος μαζί με άλλους στον τόπο της εξορίας του. Αργότερα με εισήγαγε για ένα φεγγάρι στους εξωτερικούς συνεργάτες της «Καθημερινής» στην οποία, ύστερα από πολλά χρόνια, γράφω και σήμερα.

Αλλά, βέβαια, το επίκεντρο αυτού του σύντομου κειμένου δεν είναι οι συναντήσεις μου με τον Αντώνη, αλλά ό,τι μπορώ να πω, έστω και φευγαλέα, για την πνευματική προσωπικότητα του φίλου μου (αλίμονο, είμαι ένα χρόνο «νεότερός» του - γέρος και εγώ πορευόμενος στα δικά του δυσμικά πεδία). Ξαναδιαβάζω την απολογία του στη δίκη του 1959: αναγνωρίζω το ύφος, το ήθος και την υφέρπουσα κριτικότητα που κρυσταλλώνεται σε διαυγείς στοχασμούς στα κατοπινά του γραφτά. Ας μείνουμε, έστω και με ελλιπέστατο τρόπο, στο ύφος, δηλαδή στο είδος της γραφής. Είναι μια γραφή αντιρρητορική, σαφής, συνεπώς λιτή. Ο παρατακτικός λόγος γίνεται λόγος αποδεικτικός.

Αυτός ο τρόπος γραφής ίσως θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα της δημοσιογραφικής του άσκησης και εμπειρίας: φυσικά τούτο ισχύει, αλλά το είδος της γραφής ενυπάρχει στην πρώτη του διανοητική διαμόρφωση· γι' αυτό επικαλέστηκα την απολογία του στη δίκη του 1959. Από το ύφος στο ήθος.

Το χαρακτηρίζει ο αυτοσεβασμός, σύνδρομο της ένταξης σε μια συλλογικότητα ιδεών, ήθος λοιπόν ατομικό και συλλογικό. Βέβαια, η συλλογικότητα των ιδεών ράγισε και τελικώς αναστοιχειοθετήθηκε. Το ζήτημα είναι αν διατηρήθηκε ένας αδιάσπαστος πυρήνας, λογικός και συγχρόνως ιστορικός, με άλλα λόγια το αιτούμενο είναι αν ο Αντώνης Καρκαγιάννης διατήρησε τη μαρξική του λογική. Κατ' εμέ, ναι. Τα υπόλοιπα ανήκουν στα αβατάρ της πολιτικής πράξης. Ισως πει κανείς ότι ταυτίζω τη μαρξική λογική με τον ορθό λόγο, μολονότι τον ενέχει. Δεν είναι η στιγμή της επιχειρηματολογίας. Περισσότερο, είναι η στιγμή της κατανοητικής και ενδόμυχα της συμμετοχικότητας του Αντώνη στην κοσμοαντίληψη, την εθιμοταξία και ίσως στην προσδοκία του «άλλου», των άλλων ανθρώπων των οποίων όχι μόνο σεβόταν το λατρευτικό τελετουργικό, αυτός ο άθεος ή αγνωστικιστής, και που μαζί με το τελετουργικό τους μοιραζόταν τις πολιτισμικές κατακτήσεις, τη χρήση της σπάνης, όπως λόγου χάρη μορφώνεται στη μαγειρική.

Αφότου σταμάτησε ο διωγμός και η απροσχημάτιστη προσβολή του ηθικού πυρήνα της προσωπικότητας, ο Αντώνης χάρηκε τη ζωή του, υποθέτω όχι χωρίς εναγωνιώδη διλήμματα, αξιοδότησε το δημοσιογραφικό του επάγγελμα και αναλώθηκε ως λαμπάδα που βγάζει φλόγα και όχι καπνιά. Πικράθηκε και μπορεί και να πίκρανε, έγινε διάσημο πρόσωπο πανεθνικής ακροαματικότητας, κάποτε μέντορας και πάντα σεμνός: ούτε φτωχός ούτε πλούσιος, επιβαλλόμενος με τη σωφροσύνη του, ενδόμυχα περήφανος και ποτέ οιηματίας, τίμησε με τη βιωτή του τα γενέθλια Αμπελάκια και τη φαμελική του σεριά με τους άξιους εκπροσώπους της, άρχοντας αυτός με σεμνό πρόσωπο.

Εγραψε πολλά και λίγα θέλησε, ύστερα από πιεστικές υποδείξεις, να αυτονομήσει σε βιβλίο γραφτά του για την τρομοκρατία, στα οποία ο υποκείμενος λενινισμός δεν είναι τέχνασμα, αλλά αναλυτικό όργανο. Εγραψε πολλά και πολύμορφα.

Θα ήθελα, Αντώνη, να φέξει κάποια μέρα που με αφορμή τη βιωτή και τα γραφτά σου να συγκροτηθεί μια πολιτική και διανοητική βιογραφία σου, απείκασμα της πολυδιάστατης και βαθύρροης χρονικότητας που όλοι οι συνομήλικοί μας έχουν ζήσει και υποστεί.

* Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Μαρτυρία ενός ακροατή


Του Μιχαλη N. Kατσιγερα

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης έφερε την σφραγίδα της δωρεάς του πνεύματος, το οποίο τον κατοικούσε ενεργό, βαθύ και διαυγές μέχρι και τις τελευταίες ημέρες του βίου του. Ηταν ο αγαπημένος των γυναικών και ευνοούμενος των Θεών.

Είχα το προνόμιο, από το 1983, να συνομιλώ μαζί του –ή μάλλον να είμαι ακροατής του– σχεδόν κάθε ημέρα. Η πρώτη μας συνάντηση έγινε τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς. Φύγαμε μετά τα μεσάνυχτα από την «Καθημερινή». Στο ταβερνάκι των Πετραλώνων, η συζήτηση ήρθε στον ήδη τότε ασμθαίνοντα ευρωκομμουνισμό του Μπερλινγκουέρ και των άλλων καθώς και στον πρόδρομό τους Παλμίρο Τολιάτι. Εκεί, αντιλήφθηκα τη γοητεία που ασκούσε στο ακροατήριό του και κατανόησα γιατί οι γυναίκες μιλούσαν για έναν «κόκκινο πρίγκiπα» που κυκλοφορούσε στην Αθήνα μετά την αμνηστία του ’73. Από τη συζήτηση εκείνη φάνηκε η βαθιά πεποίθησή του για τον προοδευτικό χαρακτήρα της ουσιαστικής δημοκρατικής πολυμέρειας των δυτικού τύπου δημοκρατιών. Μια πεποίθηση από την οποία δεν μετακινήθηκε. Ακόμα και πρόσφατα, όταν εν μέσω της κρίσεως τον «προκαλούσα» λέγοντάς του ότι, σ’ αυτό που ονομάζουμε πολιτικά και πολιτισμικά «Δύση», αργά ή γρήγορα, η λύση θα είναι αυταρχική, της Δεξιάς ή της Αριστεράς, ο Καρκαγιάννης τόνιζε πως δεν υπάρχουν άλλες αποτελεσματικές λύσεις παρά μόνο η πολυκομματική δημοκρατία.

Στην πνευματική του σκευή ο Μπαλζάκ, ο Φλομπέρ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Τολστόι και ο Ντοστογέφσκι συνυπήρχαν με τον Μαρξ και τη Λούξεμπουργκ. Διασκέδαζε με τους Ελληνες κωμικούς του μεταπολεμικού κινηματογράφου και τον ευχαριστούσε η παραλληλία της εικόνας του παπατζή των πέριξ της Ομονοίας με τα σαΐνια της τότε Σοφοκλέους.

Εβλεπε με απόσταση σεβασμού τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ως δημόσιο άνδρα, εκτιμούσε την ικανότητα στην πολιτική στρατηγική και την κρυμμένη καλλιέργεια του Ανδρέα Παπανδρέου, ένιωθε ουσιαστική ανθρώπινη επαφή στις συζητήσεις του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ομως ο Χαρίλαος Φλωράκης ήταν ο φίλος τον οποίο επισκεπτόταν μια φορά τον μήνα στο σπίτι του για να θυμηθούν τους κοινούς τους αγώνες, να τον ρωτήσει για αδιευκρίνιστες πτυχές της ιστορίας του ΚΚΕ –χωρίς ποτέ να του αποσπάσει κάτι ουσιαστικό– και να γευθούν θεσσαλική τσουκνιδόπιτα.

Παρέμεινε έμπρακτα άθεος ώς το τέλος, αυτός που είχε εγγεγραμμένη στο μυαλό του όλη την Αγία Γραφή. Μάλιστα, πριν από μερικούς μήνες, όταν κάναμε λόγο για γνωστή οικογένεια κακοποιών η οποία κυριαρχούσε στον αθηναϊκό «βυθό» κατά τον Μεταπόλεμο, περιέγραψε τον κρεοπώλη αρχηγέτη της –που τον έτρεμε κάποτε όλος ο υπόκοσμος– συγκρατούμενό του στις φυλακές Αβέρωφ και πάσχοντα από καρκίνο, να περιφέρεται φοβισμένος και ζωσμένος με σταυρούς και εικονίτσες στο προαύλιο. Δεν είμαι σίγουρος αν ανέφερε το περιστατικό για να υπαινιχθεί ότι ο ίδιος, παρά την δοκιμασία του καρκίνου του, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ή για να «ξορκίσει» ένα τέτοιο, ανθρώπινο, ενδεχόμενο.

Πριν από μερικές εβδομάδες, καθηλωμένος στην πολυθρόνα του, καπνίζοντας, μου μιλούσε για την σε παγκόσμιο επίπεδο αντιπαλότητα παραγωγικής και χρηματοπιστωτικής οικονομίας και για το ενδεχόμενο ενός πολέμου...

Την περασμένη Κυριακή, 9 Μαΐου, νωρίς το πρωί, τον είδα και τον άκουσα για τελευταία φορά. Ηταν στο νοσοκομείο, περιτριγυρισμένος από παλαιούς συναγωνιστές του, συντρόφους μιας ζωής. Επινε με κόπο καφέ, αλλά είχε διάθεση για κουβέντα, αν και οι γιατροί του είχαν ζητήσει να μην καταπονεί τον οργανισμό του προσπαθώντας να αρθρώσει τον λόγο του. Μίλησε για το φωτεινό μυαλό και τη δημιουργική δράση στην Ελλάδα, του Γεωργίου Μάουερ, μέλους της αντιβασιλείας του Οθωνα. Αναφέρθηκε κατόπιν στον διώκτη του, Θ. Ρακιντζή, διευθυντή της Ασφαλείας Αθηνών, τονίζοντας ότι ήταν «ιδιοφυΐα στην δίωξη του κοινού εγκλήματος και μεγαλοφυΐα με πολιτικές ικανότητες στη δίωξη των κομμουνιστών». Συνάμα τον χαρακτήρισε ατρόμητο καθώς στις δυναμικές διαδηλώσεις βρισκόταν, αυτός μόνος, μπροστά από τους παρατεταγμένους αστυνομικούς –ποτέ πίσω– και έδινε το σύνθημα της επίθεσης κατά των διαδηλωτών. Τέλος, πριν αποχωριστούμε, μίλησε για τον Μίκη Θεοδωράκη που «ήταν πάντα παρών στη ζωή του τόπου», καλλιτεχνικά και πολιτικά.

Κατά τα 27 χρόνια της παρουσίας του σ’ αυτήν την εφημερίδα –και ιδιαίτερα από την αναγέννησή της το 1989 και μετά– προσέφερε, χάρις στην εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε ο κ. Αριστείδης Αλαφούζος, όλες τις πνευματικές ικανότητές του όχι μόνο για τη συνεχή της βελτίωση, αλλά και για τη διατήρηση της υψηλής πολιτισμικής στάθμης της. Κυρίως όμως ήταν η eminence grise που αξιοποίησε θετικά και με δεξιοτεχνία την τύχη της νέας «Καθημερινής».

Οταν κάποτε, για λόγους επαγγελματικούς, φθάσαμε σε ρήξη, μου εδήλωσε ότι είχαν «αναιρεθεί οι μεταξύ μας κώδικες επικοινωνίας». Ηταν μία από τις πλάνες του.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Επικίνδυνα παιχνίδια

Επικίνδυνα παιχνίδια

Tου Αντωνη Καρκαγιαννη*

Για την ώρα, το μόνο που μπορούμε να σκεφθούμε για τον τρόπο που επέλεξε η Ε.Ε. να ενισχύσει οικονομικά την Ελλάδα (και το ευρώ) είναι το πόσο πυκνό περιπλέκεται γύρω μας το πλέγμα αλληλεξάρτησης. Πραγματικά όταν πετάει μια πεταλούδα στην Κίνα προκαλεί τυφώνα στην Ευρώπη ή την Αμερική. Δεν αρκεί πια η οικονομική ή και πολιτική υποταγή, όπως τον παλαιό καλό καιρό. Απαιτούν και τη δική σου συμμετοχή μέσα στο πλέγμα και θέτουν σαν όρο να αγωνιστείς, να κατακτήσεις και να εδραιώσεις μια θέση μέσα σε αυτό. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε και με αυτόν είμαστε υποχρεωμένοι να πορευθούμε, επειδή κάθε άλλος δρόμος, τουλάχιστον στη δική μας περίπτωση, είναι τυφλός και αδιέξοδος. Ακούω συχνά τα συνθήματα να φύγουμε από την Ε.Ε. ή να αγνοήσουμε και να παραβιάσουμε τους βασικούς κανόνες λειτουργίας της, διογκώνοντας περισσότερο τα ελλείμματά μας και αναρωτιέμαι. Να φύγουμε «εθνικώς υπερήφανοι», αλλά να πάμε, πού! Να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή, στις υποτιμήσεις και διολισθήσεις, ίσως στον πιο αποτελεσματικό και άδικο τρόπο καταλήστευσης του λαού; Τα συνθήματα που συχνά ακούμε στις πορείες και τις διαδηλώσεις μοιάζουν με «άσφαιρες τουφεκιές στον γάμο του Καραγκιόζη». Διατυπώνονται και εκστομίζονται επειδή είναι σε όλους γνωστό ότι δεν υπάρχει τρόπος να ικανοποιηθούν. Σε αυτό άλλωστε αποβλέπουν: να μην ικανοποιηθούν ώστε να στηθεί το σκηνικό της σύγκρουσης και της ρήξης. Αυτή η τακτική της ψευτο-σύγκρουσης και της ψευτο-ρήξης οδήγησε στον έσχατο ευτελισμό του «λαϊκού κινήματος», με οποιαδήποτε έννοια αυτού του όρου: οι απεργίες, οι πορείες και οι διαδηλώσεις να έχουν ένα μόνο αντικειμενικό σκοπό, να διακόψουν τη συγκοινωνία σε μια μεγάλη και δύσκολη πόλη και να ταλαιπωρήσουν τους κατοίκους που και αυτοί είναι σκληρά εργαζόμενοι. Αυτός είναι ο απόλυτος ευτελισμός και απροκάλυπτα ομολογείται. Αλλά και ο απόλυτος παραλογισμός. Ασφαλώς και υπάρχουν λαϊκές διεκδικήσεις και αλίμονο αν δεν υπήρχαν. Το πρόβλημα είναι να τις εντάξει κανείς μέσα στη γενική πορεία της χώρας και εκεί να τις αξιολογήσει και να τις ιεραρχήσει. Οι απεργίες, οι διαδηλώσεις και οι πορείες, το χάος στο κέντρο των μεγαλουπόλεων, όλα αυτά είναι καλά και τροφοδοτούν την τηλεόραση με εικόνες και με την ψευδαίσθηση ότι όπου να ’ναι έρχεται η μεγάλη «ρήξη» που θα τα ανατρέψει όλα και θα τα αλλάξει. Και ενώ η «μεγάλη ρήξη» ποτέ δεν έρχεται, συντελούνται άλλες σε μια τεράστια έκταση του σύγχρονου κόσμου: η τεχνολογία προχωρεί ασυγκράτητα, ανατρέποντας τους μέχρι τώρα όρους εργασίας, ο καταμερισμός εργασίας έχει ήδη ανατραπεί σε πλανητική κλίμακα σε συνθήκες άγριου ανταγωνισμού, αφήνοντας πίσω του πρωτοφανείς στρατιές ανέργων στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Το συγκριτικό κόστος εργασίας αναδεικνύεται σε αποφασιστικό παράγοντα ανάπτυξης και ευημερίας. Αν ο «σοσιαλισμός» μάς παρέδωσε κοινωνίες κατεστραμμένες, ο καπιταλισμός δεν τα πήγε καλύτερα παρά μόνο κατά τούτο: ότι παραμένει ο μόνος δρόμος, καλός ή στραβός, για να συνεχίσουμε την πορεία μας. Κατά τα άλλα στη θυελλώδη επέλασή του άλλαξε τη ζωή μας, την προσάρμοσε στις ανάγκες του, σκορπίζοντας γύρω του καταστροφές, πολέμους και καταστροφή του πλανήτη. Μπροστά σε αυτά τα προβλήματα και σε πολλά άλλα που πηγάζουν από αυτά και ακάθεκτα εισχωρούν στην καθημερινότητά μας, οι απεργίες, οι ευτελισμένες πορείες και οι διαδηλώσεις φαντάζουν σαν πρωτόγονα όπλα και το φαύλο συνδικαλιστικό μας κίνημα σαν παιδάκι που παίζει επικίνδυνα παιχνίδια.

*Το συγκεκριμένο άρθρο του Αντώνη Καρκαγιάννη δημοσιεύθηκε σε αυτή τη στήλη στις 12 Φεβρουαρίου 2010.

Παπούλιας: Αφήνει πλούσια κληρονομιά στη δημοσιογραφία

Παπούλιας: Αφήνει πλούσια κληρονομιά στη δημοσιογραφία

Με το θερμότερο τρόπο αποχαιρέτισε χθες τον Αντώνη Καρκαγιάννη η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας. Στην ανακοίνωσή του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κάρολος Παπούλιας εκφράζοντας τη βαθύτατη θλίψη του, αναφέρθηκε στο «μαχητικό και ασυμβίβαστο πνεύμα του, το ήθος και την αξιοπρέπειά του» υπογραμμίζοντας ότι «αφήνει πλούσια κληρονομιά στη δημοσιογραφία».

«Υπηρέτησε τη δημοσιογραφία με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο», επισήμανε και ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου, στεκόμενος κυρίως «στην επιμονή με την οποία υπερασπιζόταν τις απόψεις του», αλλά και «στην ευθύνη που πρέπει να διακρίνει όσους προσεγγίζουν με κριτικό πνεύμα τη δημόσια ζωή». «Η απώλεια του Αντώνη Καρκαγιάννη είναι μεγάλη για τον πνευματικό κόσμο, την Ελλάδα και τη δημόσια ζωή», ανέφερε ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντ. Σαμαράς και πρόσθεσε: «Θα μας λείψουν ο καθημερινός του λόγος, οι παρεμβάσεις του και η κριτική του. Οι μαχόμενοι άνθρωποι του πνεύματος, δεν φεύγουν ποτέ. Μένει το έργο τους να εμπνέει και το ήθος τους να παραδειγματίζει»

Μήνυμα στην «Κ» έστειλε και ο τέως πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής γράφοντας: «Εκφράζω τη βαθιά μου λύπη για την απώλεια του Αντώνη Καρκαγιάννη, που για πολλές δεκαετίες υπηρέτησε με αφοσίωση τη δημοσιογραφία και συνέβαλε στην ενημέρωση του πολίτη με τα σχόλια, τις αναλύσεις και τις επιφυλλίδες του».

«Υπηρέτησε επί δεκαετίες με πάθος, αφοσίωση και αίσθημα ευθύνης το δημοσιογραφικό λειτούργημα», επισήμανε από την πλευρά του ο πρόεδρος της Βουλής κ. Φίλ. Πετσάλνικος, ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Θ. Πάγκαλος έγραψε «για τον θάνατο του αγαπητού φίλου και συναγωνιστή Αντώνη Καρκαγιάννη δεχθείτε, σας παρακαλώ, όλες τις σκέψεις αλληλεγγύης στο πένθος σας».

«Ηταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και έδωσε πάντα τη μάχη, ασυμβίβαστα, για τις ιδέες του, κερδίζοντας κάτι πολύ σπάνιο, τον σεβασμό όλων των ανθρώπων που τον γνώρισαν», είπε για τον Αντώνη Καρκαγιάννη, η κ. Ντόρα Μπακογιάννη. Ο Δημ. Αβραμόπουλος έκανε λόγο για έναν «ενσυνείδητο ιδεολόγο αγωνιστή, ο οποίος ανάλωσε όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία ανώτερων και ευγενών για τη δημοκρατία και την Ελλάδα σκοπών, πληρώνοντας το τίμημα της αγωνιστικότητάς του με φυλάκιση και εξορία».

«Ακόμη και όταν διαφωνούσα μαζί του σεβόμουν την άποψή του, διότι είχα πάντα την εντύπωση ότι την κατεύθυνε η πνευματική εντιμότητα και αφοσίωση στο γενικό συμφέρον», έγραψε στο αποχαιρετιστήριο σημείωμά του ο κ. Στέφανος Μάνος, επισημαίνοντας μάλιστα ότι «αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι ακριβώς που απουσιάζουν στον δημόσιο βίο της Ελλάδας». Τέλος, μια λιτή, αλλά άκρως συγκινητική επιστολή έστειλε στην «Κ» ο Ριχάρδος Σωμερίτης: «Κάθε τόσο συμφωνούσαμε, κάθε τόσο διαφωνούσαμε. Θα μου λείψει. Θα σας λείψει»...

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ 1932 - 2010

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ 1932 - 2010

«Στοχασμός, χρειάζεται στοχασμός»

Του Αλεξη Παπαχελα

Σε εμάς όλους εδώ στην «Κ», ο Αντώνης Καρκαγιάννης θα λείψει πολύ. Η αλήθεια είναι πως έλειπε και θα λείψει πολύ και στους αναγνώστες του, με τους οποίους είχε χτίσει μια μακρά σχέση εμπιστοσύνης. Πολλές φορές ένιωθε ότι κουβέντιαζε σαν φίλος μαζί τους και, βέβαια, μου έκανε πάντοτε εντύπωση η επιμέλεια με την οποία φρόντιζε να απαντά σε τηλεφωνήματά τους και κυρίως στη στήλη των επιστολών, όταν είχαν κάποια σχόλια για την εφημερίδα. Για την «Κ» ήταν μια φωνή συνείδησης, υπερασπιζόταν αιρετικά και απρόβλεπτα δίκαια και με επιχειρήματα φροντίζοντας πάντοτε να παίρνει το μέρος κάποιου αδύναμου ή αδικημένου.

Ο Καρκαγιάννης έζησε μια πολυτάραχη ζωή που θα μπορούσε να γίνει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Του άρεσε, άλλωστε, να είναι πάντοτε πρωταγωνιστής στη ζωή, από τον τρόπο που φρόντιζε το ντύσιμό του μέχρι την κυριαρχία του σε οιανδήποτε συζήτηση. Ανθρωπος βαθιά μορφωμένος και πολιτισμένος, είχε μια καλλιέργεια που είχε ποτίσει το πετσί του και τον οδηγούσε σε έξοχες αναζητήσεις.

Σπανίως μιλούσε για τα χρόνια της εξορίας και της φυλακής. Συνήθως το έκανε για να διηγηθεί μια πλάκα σε βάρος κάποιου συγκρατούμενου, και πολύ πολύ αργά το βράδυ και ύστερα από αρκετό ουίσκι θυμόταν το πείσμα με το οποίο περπατούσε κάποια ανηφόρα με τις πέτρες να του σχίζουν τα γόνατα και τον ανελέητο ήλιο να τον λιώνει, μόνο και μόνο για «να μην του περάσει εκείνου του κτήνους του αρχιλοχία». Μας άρεσε να τον ρωτάμε γιατί άφησε μιαν αστική θαλπωρή και μια σίγουρη δικηγορική καριέρα μπλέκοντας σε παράνομους μηχανισμούς και επώδυνες περιπέτειες και εκείνος απαντούσε μονολεκτικά «γιατί βαριόμουνα σπίτι».

Πριν από λίγους μόνο μήνες, συνάντησα, στο σπίτι, τους περίφημους «συντρόφους» με τους οποίους έπινε ούζα κάθε Τετάρτη μεσημέρι. Αυτή τη φορά κρατούσαν βάρδιες δίπλα του, καθώς τον έτρωγε ο καρκίνος που άφησαν πίσω τους 60 τουλάχιστον τσιγάρα τη μέρα επί 60 χρόνια. Διηγούνταν πως ήταν ο μόνος που δεν είχε σπάσει όταν συνελήφθη και δεν είχε αποκαλύψει μυστικά, κρησφύγετα και ονόματα, από τα οποία ήξερε πάρα πολλά. Ευγνώμονες εκείνοι, που μπόρεσαν και διέσωσαν τις κανονικές τους δουλειές, του έκαναν συχνά το τραπέζι μετά την πτώση της χούντας. Τον ρωτούσαν αν χρειάζεται χρήματα ή πού μένει και εκείνος έλεγε ότι είναι εντάξει. Μέχρι που ένα βράδυ τον ακολούθησαν σπίτι και διαπίστωσαν ότι έμενε σε ένα πλυσταριό χωρίς να έχει χρήματα για να πληρώνει ηλεκτρικό. Ηταν περήφανος άνθρωπος.

Στα χρόνια της «Καθημερινής» ανέπτυξε ιδιότυπες φιλίες με σημαντικούς ανθρώπους, όπως ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Διηγούνταν συχνά πως στο τέλος μιας συνάντησης στο Προεδρικό στέκονταν όρθιοι, ο Καραμανλής κοιτούσε έξω από το παράθυρο και ο Καρκαγιάννης τού είπε: «Κύριε Πρόεδρε, σας χρωστάω πολλά και για τα τωρινά, αλλά και για τα παλιά, τα άλλα που πέρασα». Τα τελευταία χρόνια είχε ανοίξει ένα μέτωπο με τη νεοελληνική Αριστερά και κυρίως με το ΚΚΕ. Πίστευε πως είχε μετατραπεί σε οπισθοδρομική, συντηρητική δύναμη και δεν ανεχόταν αυτά που έλεγε και έγραφε ότι ήταν «φασιστικές» ενέργειες. Το τελευταίο του άρθρο ήταν αφιερωμένο σε έναν σύντροφο από παλιά, τον Μανώλη Γλέζο, τον οποίο επέπληττε με τον δικό του τρόπο για το επεισόδιο με τους αστυνομικούς έξω από τη Βουλή. Προσπάθησαν να βρεθούν μετά την απάντηση του Γλέζου, αλλά ο ίδιος δεν άντεχε πια και το εγκατέλειψε στη μέση το ραντεβού.

Eμάς τους νεότερους του άρεσε να μας «δουλεύει». Πρώτα απ' όλα για τη μανία μας να κυνηγάμε την είδηση, το «ρεπορτάζ, όπως το λέτε εσείς». Μας διηγούνταν το πώς κάποτε ο Αρσένης τον κάλεσε σε τραπέζι και του αποκάλυψε την πρόθεσή του να παραιτηθεί σε λίγες ημέρες. Ο Καρκαγιάννης ενεπλάκη σε μια κουβέντα για την ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και ξέχασε να πει την είδηση στους υπόλοιπους στην εφημερίδα. Οταν σε λίγες μέρες παραιτήθηκε ο Αρσένης, ο Καρκαγιάννης είπε με χαρακτηριστικό τρόπο στους άλλους: «Μα αυτό μου το είχε πει τότε που βρεθήκαμε, δεν το ξέρατε;».

«Στοχασμός, Αλέξη, χρειάζεται, στοχασμός», ήταν η συνήθης παραίνεση όταν έφταναν κάποιες σημαντικές ειδήσεις. Μας «δούλευε» επίσης για την ενασχόλησή μας με τις διακοπές, τις οποίες θεωρούσε από ψυχαναγκαστικές έως θλιβερές.

Για όλους εμάς εδώ στην «Κ» ήταν ένας μοναδικός άνθρωπος που ήθελες πάντοτε να ακούσεις τη γνώμη του, έστω και αν σε εκνεύριζε ή σε στενοχωρούσε. Για τον κ. Αριστείδη Αλαφούζο ήταν ένας στενός συνεργάτης στη δημιουργία της νέας «Καθημερινής», ένας στενός εταίρος σε ταραγμένες αλλά και πολύ δημιουργικές περιόδους. Για τους αναγνώστες έκρυβε πάντοτε εκπλήξεις, αιρετικές απόψεις, κουβέντες σταράτες. Για μένα προσωπικά ήταν, μαζί με δύο ακόμη «παλιούς», ο καλύτερος και πιο γοητευτικός δάσκαλος που θα μπορούσε κανείς να έχει την τύχη να βρεθεί στο διάβα του. Ξέρω και ξέρουμε όλοι πως το «εργοστάσιο» που παρήγαγε τον Καρκαγιάννη έκλεισε γιατί η σοφία που μάζεψε και συμπύκνωνε στο γράψιμό του απαιτεί μοναδικές και ιστορικές εμπειρίες που η δικιά μας γενιά δεν μπορεί καν να φανταστεί.

Προσπαθώ τώρα να θυμηθώ τι θέλω να κρατήσω περισσότερο απ' όσα άκουσα, ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια. Οταν κάποτε τον ρώτησα αν μετάνιωσε όλη την περιπέτεια της Αριστεράς, τα χαμένα χρόνια και τις χαμένες ευκαιρίες, μου απάντησε με καρκαγιάννεια γοητεία: «Κοίταξε να δεις, το καράβι ναυάγησε, αλλά το ταξίδι ήταν υπέροχο». Και τις τελευταίες εβδομάδες που του φέρναμε τα κακά μαντάτα για την επικείμενη χρεοκοπία της χώρας κ.λπ. κ.λπ., ήταν επίμονος στις προτροπές του «δώστε λίγη αισιοδοξία σε αυτόν τον λαό, μην τα λέτε όλα μαύρα, λίγη αισιοδοξία. Τη χρειάζεται». Θα μας λείψετε πολύ, κύριε εκδότα, καλό ταξίδι...

«Είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου»

«Είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου»

Του Μιχαλη Ν. Kατσιγερα

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης υπήρξε επί είκοσι έτη άμεσος συνεργάτης του κ. Αριστείδη Αλαφούζου και ο ιθύνων εκτελεστικός νους της νέας «Καθημερινής». Γεννημένος στα Αμπελάκια πριν από 78 χρόνια, έφτασε στην Αθήνα το 1951. Γόνος εύπορης και διακεκριμένης οικογενείας, με πατέρα δικαστικό λειτουργό, φοίτησε μέχρι και το δεύτερο έτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, ήρθε σε επαφή με το παράνομο κίνημα της κομμουνιστικής Αριστεράς και ανέπτυξε πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Τον Μάρτιο του 1953 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στις δυναμικές διαδηλώσεις υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων. Εκτοτε, κατέστη στόχος των διωκτικών αρχών του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το 1954 εκτοπίστηκε στη Λέρο. Το 1955 συμμετέσχε στην υποδοχή και απόκρυψη των 27 καταδίκων κομμουνιστών που είχαν δραπετεύσει από τις φυλακές των Βούρλων του Πειραιώς. Ακόμα, εξέδιδε το παράνομο περιοδικό «Νέα Γενιά», όργανο της ΕΠΟΝ, δραστηριότητα για την οποία καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση. Συνελήφθη στις 6 Νοεμβρίου 1958 σε επιβατηγό εν πλω ανοιχτά της Κέρκυρας και προσήχθη κατηγορούμενος ενώπιον του Στρατοδικείου Αθηνών μαζί με άλλα στελέχη του ΚΚΕ με επικεφαλής τον ήρωα της Κατοχής και διευθυντή της εφημερίδας «Η Αυγή» Μανώλη Γλέζο.

Τον Ιούλιο του 1959

Δικαζόμενος με την κατηγορία της κατασκοπείας, ο Αντώνης Καρκαγιάννης, στις 16 Ιουλίου 1959 επέστρεψε –με υπαινικτικό και βαθύτατα ειρωνικό τρόπο– την κατηγορία στους κατηγόρους του λέγοντας: «Δεν διεξήγαγα κατασκοπεία γιατί είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου!..» Είπε συγκεκριμένα: «Η κατηγορία με θίγει και με συκοφαντεί. Δεν πρόκειται για τα δήθεν στοιχεία που βρήκαν εναντίον μας και που δεν υπάρχουν, αλλά για την πολιτική εναντίον του ΚΚΕ και ειδικά για την πολιτική της περιόδου των εκλογών του 1958. Πρέπει να πω μερικά πράγματα για την προηγούμενη ζωή μου. Οταν ήμουν κλεισμένος στις φυλακές της Καλλιθέας, για τη δράση μου υπέρ του Κυπριακού, την υπεράσπισή μου ανέλαβε διά του κ. Λοϊζίδη αυτή η ίδια η Εθναρχία της Κύπρου. Το 1954 ελήφθη απόφασις εκτοπίσεώς μου για παράνομο δράση. Εκείνη η “παρανομία” με ακολουθεί ακόμα. Είμαι κομμουνιστής. Προσάγομαι και δικάζομαι τώρα με μίαν αστήρικτον κατηγορίαν, μαζί με ανθρώπους που βλέπω για πρώτη φορά. Το ότι είχα πλαστό διαβατήριο δεν το αρνούμαι. Θα έφευγα για τη Γαλλία. Εξω κυκλοφορούν πολλά πλαστά διαβατήρια. Είμαι υποχρεωμένος για λόγους ηθικής τάξεως να μην αναφέρω από πού πήρα το δικό μου. Αλλά, βέβαια, για να κατηγορηθώ για κατασκοπεία έπρεπε να δημιουργηθούν όλα αυτά: Οτι δήθεν πήρα το διαβατήριο από έναν κατάσκοπο και ότι θα έφευγα για να μεταφέρω αναφορές του ΚΚΕ στο Παραπέτασμα.

Δεν διεξήγαγα κατασκοπεία γιατί είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου».

Από φυλακή σε φυλακή

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης καταδικάστηκε, μαζί με τους συντρόφους του, σε 11ετή φυλάκιση και αποφυλακίστηκε τον Μάιο του 1966 μαζί με άλλους καταδίκους του νόμου 375/1936 κατόπιν αποφάσεως της κυβερνήσεως των Αποστατών. Μέχρι τότε είχε γνωρίσει τις φυλακές στο Καλάμι Κρήτης, στην Ακροναυπλία, στην Αίγινα και στη Λευκάδα. Συνελήφθη εκ νέου κατά την πρώτη ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος, την 21η Απριλίου 1967, και κρατήθηκε στον Ιππόδρομο, όπου έγινε μάρτυρας της δολοφονίας του Παναγιώτη Ελη. Κατόπιν μετεφέρθη, με τις χιλιάδες των συγκρατουμένων του, γυναικών και ανδρών, στη Γυάρο και αργότερα στη Λέρο. Εκεί, την 21η Αυγούστου 1968, τον βρήκε και η εισβολή στην τότε Τσεχοσλοβακία των Σοβιετικών και των άλλων –πλην Ρουμανίας– στρατιωτικών δυνάμεων των κρατών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία έγινε για να καταπνίξει τη λεγόμενη «Ανοιξη της Πράγας» εν ονόματι του δόγματος Μπρέζνιεφ περί περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης, μέλος της ομάδας «Χάος», συνυπέγραψε, μαζί με άλλους εκτοπισμένους από το στρατιωτικό καθεστώς κομμουνιστές, την καταδίκη της σοβιετικής εισβολής. Επανήλθε στην Αθήνα από την εξορία το 1973 και άρχισε να αναπτύσσει εκδοτική δραστηριότητα με σκοπό την πολιτική και πολιτιστική αναγέννηση. Υπήρξε συνιδρυτής των εκδόσεων «Ολκός» και των περιοδικών «Αντί», «Σύγχρονος Κινηματογράφος» και «Πολίτης», ενώ άρχισε να εργάζεται ως διορθωτής στην ημερήσια αθλητική εφημερίδα «Φως των Σπορ».

Λαμπρή πορεία στην «Κ»

Το 1983 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης ύλης στην «Καθημερινή» και έτσι ξεκίνησε μία λαμπρή δημοσιογραφική διαδρομή που τον έφερε διευθυντή και εκδότη της νέας εφημερίδας του κ. Αριστείδη Αλαφούζου.

Αυτός ο δοκιμασμένος από παλιά κομμουνιστής επέβαλε την παρουσία του στο κατ’ εξοχήν όργανο του αστικού χώρου και ξεπέρασε σοβαρές και ισχυρές αμφισβητήσεις.

Σφράγισε την «Κ» με τις ικανότητες του αναγεννησιακού πνεύματος που διέθετε, με το βάθος της σκέψης του, τη διαπραγματευτική του δεξιότητα και τη μαχητικότητα της γραφής του.

Μαχητικός ώς το τέλος, ήρθε –ειρωνεία της Ιστορίας– με το τελευταίο του κείμενο σε δημόσια διάσταση με τον Μανώλη Γλέζο. Κατόπιν, ο παλιός του σύντροφος τον επισκέφθηκε στην επιθανάτια κλίνη χωρίς ο ίδιος να το αντιληφθεί. Τώρα, άθεος ώς το τέλος, φεύγει αφήνοντας πίσω του τη στάχτη του και τα τεκμήρια της αξιοσύνης του, παραδιδόμενος στην κρίση της Ιστορίας.

Σημειώσεις για ένα άρθρο που δεν γράφτηκε ποτέ

Σημειώσεις για ένα άρθρο που δεν γράφτηκε ποτέ

Της Μαριας Kατσουνακη

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης ήταν κάτι περισσότερο από επιτελικό στέλεχος της «Καθημερινής», με παρουσία σχεδόν 30 χρόνων.

Εάν σκεφτούμε την εφημερίδα σαν ανθρώπινο οργανισμό, ο Αντώνης Καρκαγιάννης ήταν οι νευρώνες του: αισθητήριοι, συνδετικοί, κινητικοί.

Χωρίς την παρουσία του, φυσική και σχολιογραφική, η εφημερίδα χάνει ένα πλούσιο και σοφό βλέμμα στον κόσμο, στη σύνθετη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε καιρούς εξαιρετικά δύσκολους, δυσοίωνους και ταραχώδεις. Χάνει και μια γραφή αρυτίδωτη, που κέρδιζε διαρκώς στον χρόνο σε λιτότητα, αμεσότητα, καθαρότητα, αφηγηματικότητα.

Δεν ξέρω αν ήταν ψύχραιμος παρατηρητής. Ηταν όμως διεισδυτικός. Δεν ξέρω αν ήταν αντικειμενικός. Ηταν όμως δίκαιος. Ελεγε: «Δημοκρατία δεν είναι ούτε η μειοψηφία ούτε η πλειοψηφία. Δημοκρατία είναι οι θεσμοί».

Πριν από αρκετές μέρες, Παρασκευή πρωί, τον συνάντησα για τελευταία φορά στο σπίτι του. Είχε μεγάλη πνευματική εγρήγορση. Επί δύο ώρες ανέλυε, επιχειρηματολογούσε, ανέτρεχε. Κάπνιζε. Τσιγάρο και τασάκι. Νέο τσιγάρο, νέο τασάκι. Ηθελε πολύ να γράφει αλλά δεν μπορούσε πλέον. «Γιατί δεν υπαγορεύετε;», τον ρώτησα. Με κοίταξε σχεδόν επιτιμητικά. Μπορεί και ελαφρώς σκωπτικά. Ηξερα, από άλλες κουβέντες, ότι η γραφή είναι διαδικασία προσωπική και σιωπηλή. Σιώπησα, λοιπόν. Τον άκουγα και κάποια στιγμή του ζήτησα να κρατήσω σημειώσεις. Δεν είχε αντίρρηση.

Επέστρεφε συχνά στον Μαρξ και στο Κεφάλαιο, προσπάθησε να θυμηθεί το σημείο που αναφερόταν στη «διαπραγμάτευση της κρίσης». «Ολο το πρόβλημα της κρίσης κατακερματίστηκε, ενώ συνοψίζεται στη μετάθεση του δημόσιου στο ιδιωτικό. Στη μετάθεση μεγάλων πόρων από τη μισθωτή εργασία στην επιχειρηματικότητα, που μπορεί να πετύχει αλλά και να αποτύχει». Πέρασε στην εισβολή του παραλόγου στην ιστορία, στον διαφωτισμό, στο ρομαντικό κίνημα (που «έφτασε στον Μαρξ με τη μορφή νομοτέλειας»).

Ηξερε να καλύπτει τα κενά της μνήμης με την ικανότητα ενός πεπαιδευμένου και ασκημένου ομιλητή. Και πάνω απ’ όλα αναγνώστη. Με την τέχνη οι σχέσεις του ήταν θυμικές. Αλλοτε απόλυτος και απορριπτικός άλλοτε, σπανιότερα είναι η αλήθεια, θερμός και εγκωμιαστικός. Το θέατρο ανήκε στην πρώτη κατηγορία. Είχε όμως πλήρη την εικόνα της παράστασης που είδε το καλοκαίρι του ’66 στο Θέατρο Τέχνης, την επόμενη της αποφυλάκισής του. Ηταν «Η δολοφονία του Μαρά», του Πέτερ Βάις. «Γροθιά στο στομάχι. Ανέτρεψε ό,τι ήξερα και δεν ήξερα».

Με αφηγηματικό οίστρο και πειστικότητα

Συνέδεσε την «ανατροπή των θεσμών με τον ακαδημαϊσμό στην τέχνη». Ο ακαδημαϊσμός, υποστήριζε, ανατρέπει τους θεσμούς πιο αποτελεσματικά από τον μοντερνισμό γιατί είναι σαν να ανατρέπει τον εαυτό του. Μιλούσε με τη γοητεία που τον διέκρινε να λέει πράγματα παράδοξα, με αφηγηματικό οίστρο και πειστικότητα.

Εμεινε ώρα να μιλάει για τη συγκροτημένη αστική τάξη στην Ελλάδα, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για τις αντιφατικές πεποιθήσεις της. «Πίστευαν», έλεγε, «αφενός ότι θα ζήσουν όπως και στο Παρίσι, αφετέρου ότι θα ζήσουν ξεγελώντας τους κουτόφραγκους. Οπως και τώρα...».

Είχε αρχίσει να κουράζεται αλλά επιθυμούσε να συνεχίσει. Καταιγιστικός σε συνειρμούς, η σκέψη του άνοιγε συνέχεια παράδρομους, νέα μονοπάτια, διακλαδιζόταν σε δεκάδες νευρώνες. «Ο Ανατόλ Φρανς έλεγε ότι μια επανάσταση, μια μάχη, έναν πόλεμο, ούτε τον σκέφτεσαι ούτε τον σχεδιάζεις ούτε τον επιθυμείς. Απλώς συντελείται». Το ίδιο και ο θάνατος.

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης ήταν ξεχωριστός. Μπορεί να μην ήταν σε όλους αρεστός, ήταν όμως σε όλους σεβαστός. Και ξέρω ότι μπορούσε να γίνεται αγαπητός. Με τον τρόπο που μόνο ένας εν τω βάθει αριστερός άνθρωπος μπορεί να είναι σκληρός, αφοριστικός και την ίδια στιγμή γενναιόδωρος και συντροφικός.

Καλό σου Ταξίδι, Αντώνη Καρκαγιάννη – Καθημερινά και ανθρώπινα, όλα σε θυμίζουν



Καλό σου Ταξίδι, Αντώνη Καρκαγιάννη – Καθημερινά και ανθρώπινα, όλα σε θυμίζουν

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο εκδότης της εφημερίδος «Η Καθημερινή», στην αίθουσα με τα ιστορικά πρωτοσέλιδα, στο Νέο Φάληρο.

Χθες, στο γραφείο του, η παρουσία του Αντώνη Καρκαγιάννη έντονη και στην απουσία του. Την ανοιχτή πόρτα πέρασαν οι άνθρωποι της «Καθημερινής» για την τελευταία «Καλημέρα - Καληνύχτα»... (Φωτογραφίες Γιάννη Μπαρδόπουλου - «Καθημερινή», 13 Μαΐου 2010).

Tης Eλενης Mπιστικα

Ετσι τα Αμπελάκια δεν μας έδωσαν το Ταξίδι. Δεν πήγαμε ποτέ μαζί, με το τρένο, στο καταχείμωνο, όπως λέγαμε, κάθε φορά που η κουβέντα ερχόταν στο πανέμορφο προοδευτικό χωριό της Θεσσαλίας, απ' όπου ήρθε το ξεχωριστό παιδί μιας εύπορης και διακεκριμένης οικογένειας, με πατέρα δικαστικό λειτουργό, για να μπει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στους αγώνες και τα πάθη της γενιάς του. Τους οποίους τίμησε και πλήρωσε με δίκες, καταδίκες, πολύχρονη φυλάκιση και εξορία, χωρίς να προδώσει ποτέ «το πιστεύω» του, αλλά βλέποντας και στιγματίζοντας τα λάθη που γίνονταν από κάθε πολιτική παράταξη. Αλλοι θα γράψουν την ιστορία του Αντώνη Καρκαγιάννη, οι φίλοι και συναγωνιστές του. Ο ίδιος έγραφε, στην κυριακάτικη αρθρογραφία του και στην καθημερινή του στήλη «Κάθε Μέρα», ώς το τέλος, τη σημασία που έχει για τον δημοσιογράφο να μένει πιστός στις αρχές του, να 'χει τα μάτια του ανοιχτά, να βλέπει πίσω από τις γραμμές των ειδήσεων και να μπορεί να συγχωρεί. Λογοτέχνης, γνώστης - λάτρης της ελληνικής γλώσσας και μαζί οξυδερκής δημοσιογράφος, με ξεκαθαρισμένες απόψεις για την πολιτική, τη θρησκεία, την κοινωνία, τον συνδικαλισμό, κατείχε μαγικό τρόπο να επικοινωνεί με το αναγνωστικό κοινό του. Ηταν ο συνεργάτης που εμπιστεύθηκε ο Πρόεδρος της «Καθημερινής» κ. Αριστείδης Αλαφούζος για να δημιουργήσουν μαζί τη νέα δυναμική τής «Καθημερινής», ως εφημερίδας με παράδοση και ζωντάνια, ανοιχτής στην πολυφωνία και στα ρεύματα των σύγχρονων καιρών, με ανταποκρίσεις και συνεργασίες με τις πλέον έγκυρες εφημερίδες και διεθνή διαδίκτυα. Εργατικός σε όλη του τη ζωή, ερχόταν πρώτος και έφευγε τελευταίος, ερωτευμένος με την εφημερίδα - γένους θηλυκού και αυτή! Ακόμη και στον καιρό της δοκιμασίας του με τον καρκίνο, που και αυτόν τον αποδέχθηκε, αλλά δεν του 'κανε το χατίρι και δεν έκοψε το κάπνισμα, διάβαζε όλη την εφημερίδα και έγραφε στη στήλη του «Κάθε Μέρα», ώς πριν από λίγο καιρό, ανοιχτά, ξεκάθαρα τη γνώμη μου. Ετσι, αυτά τα 23 χρόνια, από τη Σωκράτους στο Νέο Φάληρο, η καθημερινή σχέση και συνάφεια, το «Καλημέρα» ώς το «Καληνύχτα» μας έδωσαν το Ταξίδι. Και οι συνάδεφλοι στην «Καθημερινή» ξέρουμε τι χάνουμε, αλλά και τι κερδίσαμε αυτά τα χρόνια, όπως το ξέρουν και οι αναγνώστες του. Δεν του άρεσαν τα μεγάλα και τα πολλά λόγια, ούτε οι τελετές. Ενα μήνυμά του σε δύσκολη καμπή «Είμαι κοντά σου», με την ευγενική αντρίκεια φωνή του, θα με ζεσταίνει για πολύ καιρό. Επέλεξε ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο καλύτερος και πιο στοργικός πατέρας που γνώρισα ποτέ, αφήνοντας τα παιδιά του ν' ανοίξουν δικά τους φτερά κι αγαπώντας τα, να μην τον αποχαιρετίσουμε. Αλλωστε, ήταν πάντα ελεύθερο πνεύμα. Ετσι θα τον θυμόμαστε, με τη ματιά του γεμάτη έγνοια πάνω μας, όπως χθες στο άδειο γραφείο, τόσο γεμάτο από την παρουσία του. Τι άλλο είναι η αγάπη, παρά έγνοια και αφοσίωση. Καληνύχτα, Αντώνη Καρκαγιάννη...

Δείγμα γραφής οφειλόμενον

Το τέλος του παραλογισμού
Aπό τη στήλη Κάθε Μέρα του Αντώνη Καρκαγιάννη, «Καθημερινή» 4 Μαρτίου 2010:

«Αν το καλοσκεφθούμε, τα πράγματι πολύ σκληρά μέτρα που τώρα μας επιβάλλονται, δεν είναι καμία σπουδαία και ευφάνταστη οικονομική πολιτική που ξεπήδησε από περίπλοκη και βαθυστόχαστη λέξη. Κοινή λογική είναι με χαρακτήρα καταναγκασμού.

Ως κοινή λογική τα μέτρα μάς λένε ότι δεν μπορούμε να ζούμε και να αναπτυσσόμαστε με δανεικά. Ολοι το γνωρίζαμε αυτό από δική μας πείρα, αλλά επί δεκαετίες όλοι απολαμβάναμε τον παραλογισμό να ζούμε και να αναπτυσσόμαστε με δανεικά. Ολοι; Ναι όλοι, παρά τις τρομακτικές αδικίες και ανισότητες, που, επίσης πολύ λογικά, οδήγησαν σε πρωτοφανή και προκλητικά φαινόμενα χλιδής και σπατάλης. Και αντί να επαναστατήσουμε εναντίον αυτών των φαινομένων, εφησυχάζαμε στη σκέψη ότι την πρώτη του μηνός θα εισπράξουμε τον μισθό μας ή τη σύνταξή μας. Επειδή αποτελούν «κεκτημένο δικαίωμα».

Ετσι επί δεκαετίες αφήσαμε να διογκώνονται τα δανεικά, μέχρι που έφτασε η μέρα που δεν μπορούμε να δανειστούμε περισσότερα. Οχι επειδή δεν το επιθυμούμε διακαώς, ώστε να συνεχίσουμε αδιατάρακτη τη ζωή μας, αλλά γιατί δεν υπάρχουν πια δανειστές πρόθυμοι να μας δανείσουν. Και αν υπάρχουν και μας εκβιάζουν με πανάκριβους όρους δανεισμού, είναι ακόμα χειρότερα. Δεν χρειαζόταν δίπλωμα Οικονομικών από διάσημο πανεπιστήμιο για να τα καταλάβουμε όλα αυτά. Στο ίδιο σημείο θα έφτανε κάθε οικογένεια και κάθε άτομο που θα οργάνωνε και θα στήριζε τη ζωή του, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οσο όμως εύκολο είναι να καταλάβουμε το παράλογο των δανεικών, άλλο τόσο δύσκολο είναι να αποδεχθούμε τη ζωή χωρίς δανεικά»...

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Απεβίωσε ο Αντώνης Καρκαγιάννης



Απεβίωσε ο Αντώνης Καρκαγιάννης

Σε ηλικία 79 ετών πέθανε από καρκίνο ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρκαγιάννης. Δούλεψε στο Φως των Σπορ ως διορθωτής και στην Καθημερινή ως συντάκτης ύλης, αρχισυντάκτης, διευθυντής συντάξεως και διευθυντής, συνεργάτης του Αριστείδη Αλαφούζου, ιδρυτού της νέας Καθημερινής. Η σορός του θα μεταφερθεί προς αποτέφρωση, χωρίς καμία τελετή θρησκευτική, πολιτική ή άλλη.

Αντώνης Καρκαγιάννης

Του ΜΙΧΑΛΗ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης υπήρξε επί είκοσι έτη άμεσος συνεργάτης του κ. Αριστείδη Αλαφούζου και ο ιθύνων εκτελεστικός νους της νέας «Καθημερινής».

Γεννημένος στα Αμπελάκια πριν από 78 χρόνια έφτασε στην Αθήνα το 1951. Γόνος εύπορης και διακεκριμένης οικογενείας, με πατέρα δικαστικό λειτουργό, φοίτησε μέχρι και το δεύτερο έτος της Νομικής Σχολής Αθηνών, ήρθε σε επαφή με το παράνομο κίνημα της κομμουνιστικής Αριστεράς και ανέπτυξε πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Τον Μάρτιο του 1953 συνελήφθη για την συμμετοχή του στις δυναμικές διαδηλώσεις υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων. Εκτοτε κατέστη στόχος των διωκτικών αρχών του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το 1954 εκτοπίστηκε στη Λέρο. Το 1955 συμμετέσχε στην υποδοχή και απόκρυψη των 27 καταδίκων κομμουνιστών που είχαν δραπετεύσει από τις φυλακές των Βούρλων του Πειραιώς. Ακόμα, εξέδιδε το παράνομο περιοδικό ''Νέα Γενιά'', όργανο της ΕΠΟΝ, δραστηριότητα για την οποία καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση. Συνελήφθη στις 6 Νοεμβρίου 1958 σε επιβατηγό εν πλω ανοικτά της Κέρκυρας και προσήχθη κατηγορούμενος ενώπιον του Στρατοδικείου Αθηνών μαζί με άλλα στελέχη του ΚΚΕ με επικεφαλής τον ήρωα της Κατοχής και διευθυντή της εφημερίδας ''Η Αυγή'' Μανώλη Γλέζο.

«Είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου..!»

Δικαζόμενος με την κατηγορία της κατασκοπείας, ο Αντώνης Καρκαγιάννης, στις 16 Ιουλίου 1959 επέστρεψε -με υπαινικτικό και βαθύτατα ειρωνικό τρόπο- την κατηγορία στους κατηγόρους του λέγοντας: «Δεν διεξήγαγα κατασκοπεία γιατί είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου..!» Είπε συγκεκριμένα:

«Η κατηγορία με θίγει και με συκοφαντεί. Δεν πρόκειται για τα δήθεν στοιχεία που βρήκαν εναντίον μας και που δεν υπάρχουν, αλλά για την πολιτική εναντίον του ΚΚΕ και ειδικά για την πολιτική της περιόδου των εκλογών του 1958. Πρέπει να πώ μερικά πράγματα για την προηγούμενη ζωή μου. Οταν ήμουν κλεισμένος στις φυλακές της Καλλιθέας, για την δράση μου υπέρ του Κυπριακού, την υπεράσπισή μου ανέλαβε δια του κ. Λοϊζίδη αυτή η ίδια η Εθναρχία της Κύπρου. Το 1954 ελήφθη απόφασις εκτοπίσεώς μου για παράνομο δράση. Εκείνη η «παρανομία» με ακολουθεί ακόμα. Είμαι κομμουνιστής. Προσάγομαι και δικάζομαι τώρα με μίαν αστήρικτον κατηγορίαν, μαζί με ανθρώπους που βλέπω για πρώτη φορά.

»Το ότι είχα πλαστό διαβατήριο δεν το αρνούμαι. Θα έφευγα για την Γαλλία. Εξω κυκλοφορούν πολλά πλαστά διαβατήρια. Είμαι υποχρεωμένος για λόγους ηθικής τάξεως να μη αναφέρω από πού πήρα το δικό μου. Αλλά, βέβαια, για να κατηγορηθώ για κατασκοπεία έπρεπε να δημιουργηθούν όλα αυτά: Οτι δήθεν πήρα το διαβατήριο από έναν κατάσκοπο και ότι θα έφευγα για να μεταφέρω αναφορές του ΚΚΕ στο Παραπέτασμα.

»Δεν διεξήγαγα κατασκοπεία γιατί είμαι ανίκανος να στραφώ εναντίον της πατρίδας μου.»

Από φυλακή σε φυλακή

Ο Αντώνης Καρκαγιάννης καταδικάστηκε, μαζί με τους συντρόφους του, σε 11ετή φυλάκιση και αποφυλακίστηκε τον Μάιο του 1966 μαζί με άλλους καταδίκους του νόμου 375/1936 κατόπιν αποφάσεως της κυβερνήσεως των Αποστατών. Μέχρι τότε είχε γνωρίσει τις φυλακές στο Καλάμι Κρήτης, στην Ακροναυπλία, στην Αίγινα και στη Λευκάδα. Συνελήφθη εκ νέου κατά την πρώτη ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος, την 21 Απριλίου 1967, και κρατήθηκε στον Ιππόδρομο όπου έγινε μάρτυρας της δολοφονίας του Παναγιώτη Ελη. Κατόπιν μετεφέρθη, με τις χιλιάδες των συγκρατουμένων του, γυναικών και ανδρών, στη Γυάρο και αργότερα στη Λέρο. Εκεί, την 21 Αυγούστου 1968, τον βρήκε και η εισβολή στην τότε Τσεχοσλοβακία των Σοβιετικών και των άλλων -πλην Ρουμανίας- στρατιωτικών δυνάμεων των κρατών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία έγινε για να καταπνίξει την λεγόμενη ''Ανοιξη της Πράγας'' εν ονόματι του δόγματος Μπρέζνιεφ περί περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης μέλος της ομάδας ''Χάος'' συνυπέγραψε, μαζί με άλλους εκτοπισμένους από το στρατιωτικό καθεστώς κομμουνιστές, την καταδίκη της σοβιετικής εισβολής. Επανήλθε στην Αθήνα από την εξορία το 1973 και άρχισε να αναπτύσσει εκδοτική δραστηριότητα με σκοπό την πολιτική και πολιτιστική αναγέννηση. Υπήρξε συνιδρυτής των εκδόσεων ''Ολκός'' και των περιοδικών ''Αντί'', ''Σύγχρονος Κινηματογράφος'' και ''Πολίτης'', ενώ άρχισε να εργάζεται ως διορθωτής στην ημερήσια αθλητική εφημερίδα ''Φωςτων Σπορ''.

Λαμπρή πορεία στην ''Καθημερινή''

Το 1983 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης ύλης στην ''Καθημερινή'' και έτσι ξεκίνησε μία λαμπρή δημοσιογραφική διαδρομή που τον έφερε διευθυντή και εκδότη της νέας εφημερίδας του κ. Αριστείδη Αλαφούζου. Αυτός ο δοκιμασμένος από παλιά κομμουνιστής, επέβαλε την παρουσία του στο κατ' εξοχήν όργανο του αστικού χώρου και ξεπέρασε σοβαρές και ισχυρές αμφισβητήσεις. Σφράγισε την «Κ» με τις ικανότητες του αναγεννησιακού πνεύματος που διέθετε, με το βάθος της σκέψης του, την διαπραγματευτική του δεξιότητα και την μαχητικότητα της γραφής του. Μαχητικός ως το τέλος ήρθε -ειρωνεία της Ιστορίας- με το τελευταίο του κείμενο σε δημόσια διάσταση με τον Μανώλη Γλέζο. Κατόπιν, ο παλιός του σύντροφος τον επισκέφθηκε στην επιθανάτια κλίνη.

Τώρα, άθεος ως το τέλος, φεύγει αφήνοντας πίσω του τη στάχτη του και τα τεκμήρια της αξιοσύνης του, παραδιδόμενος στην κρίση της Ιστορίας.

www.kathimerini.gr

Οι Πλανήτες, Σήμερα και ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

η Γη κ' η Σεληνη τωρα